Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Ήλιος ο Ηλιάτορας, Οδυσσέας Ελύτης

Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ (1971)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο ΗΛΙΟΣ
ΑΝΕΜΟΙ
ΚΟΡΙΤΣΙ
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ
AΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
Ο ΗΛΙΟΣ
E, σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές
με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε
Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου
μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ' αποσώσω δεν μπορώ.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Τέσσερις μήνες χτίζουμε
και τους οχτώ γκρεμίζουμε
και κάθε γινωμένη ελιά
στοιχίζει και μια φαμελιά.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Όνειρο πόκανα κρυφά
για τα παιδιά π' ανάθρεφα
Ποιος το 'λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Άλλος εβγήκε απ' τα βουνά
κι άλλος απ' τα πλεούμενα
με το πουκάμισο χακί
κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε
το φως το κόκκινο έριξε
Πήραν να καίγονται οι κορφές
κι όλες οι πάνω γειτονιές.
Ο ΗΛΙΟΣ
Ωρ'τι 'ναι τούτ' η αποκοτιά
βρε συ Βοριά βρε συ Νοτιά
Πουνέντε και Λεβάντε μου
ένα ραπόρτο κάντε μου.
ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ
Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι
Σ' όλους το παραγγέλνω σ' όλους το μηνώ
Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.
ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.
[...]



Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ *
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές-
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησιάσε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ώς τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις,
* Κ.Π. Καβάφη. Ποιήματα. Α (1896-1918). Φιλολογική επιμέλεια^ Σαββίδη. Ίκαρος, 1974, σ. 20.
Το « Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον » το έγραψε ο Καβάφης το 1910 και αναφέρεται σε ένα παράξενο φαινόμενο που αντιλήφτηκαν οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας μια νύχτα του 30 π.Χ. , παραμονή της κατάκτησής της από τον Οκτάβιο και που το εξήγησαν σαν θεϊκό σημάδι της εγκατάλειψης του Αντωνίου, από τον προστάτη του Θεό Διόνυσο.
Το ποιήμα αποτελείται από 19 ανισοσύλλαβους ιαμβικούς στίχους. Με τους τρείς πρώτους στίχους ο ποιητής μας εισάγει σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη μυστήριο κι υποβολή, στην οποία κυριαρχεί η αίσθηση της ακοής.
Στους στίχους 4-6 έχουμε το θέμα της ολοκληρωτικής αποτυχίας ενός σημαντικού ανθρώπου και συγχρόνως την προτροπή για μια συγκεκριμένη διαγωγή σε αυτήν την δύσκολη ώρα.
Οι στίχοι 7-8 κλείνουν την πρώτη ενότητα , ολοκληρώνουν την στάση ζωής, που προτείνεται: όχι μόνο να μην θρηνήσεις «ανοφέλατα» την ζωή που χάνεις, αλλά και να την αποχαιρετήσεις με στωική αξιοπρέπεια, «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Για να το πετύχεις αυτό δεν είναι αρκετό να αποφεύγεις τους θρήνους χρειάζεται να μην επιτρέψεις στον εαυτό σου την παρηγοριά της αυταπάτης (στίχοι 9-10), «μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς»
Στο τελευταίο μέρος του ποιήματος (στίχοι 12-19), δίνει προτροπή για αποχαιρετισμό της ζωής με συγκίνηση που δίνει η απόλαυση της μυστηριακής μουσικής.
Το ποίημα μας «διδάσκει» όπως κάθε εικόνα από τη ζωή, ότι πρέπει να αντικρίζουμε την συμφορά με αξιοπρέπεια. Ο «αόρατος θίασος» που περνά «μεσάνυκτα» με «μουσική» και «φωνές», παίρνοντας νόημα μηνύματος του θανάτου, για κάθε «Αντώνιο», για κάθε άνθρωπο που χάνει ότι θεώρησε ο ίδιος κι ίσως και οι άλλοι, σημαντικό, σπουδαίο και ξεχωριστό. Όταν θα ακούσει, δηλαδή, καθένας από μας μια τέτοια μουσική, τη μουσική που σημαίνει το τέλος, να μη δειλιάσουμε, να μη αρχίσουμε τα παρακάλια και τα παράπονα. Να αποχωρήσουμε με αξιοπρέπεια, να αποχαιρετήσουμε την «Αλεξάνδρεια» που χάνουμε.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Δημήτριος Βικέλας, Η ζωή μου



Αρχίζω εκ της παιδικής ηλικίας. Αι αναμνήσεις εκείναι γράφονται ευκολώτερον.

Αι πρώται εντυπώσεις διατηρούνται ζωηρότεραι χαράσσονται εις τας πτυχάς της μνήμης, προτού την θολώσουν αι περιπλοκαί και αι μέριμναι του κατόπιν βίου, ώστε ενθυμούμεθα ακριβέστερον τας λεπτομερείας των παλαιοτέρων συμβάντων. Τα νεώτερα επέρχονται και παρέρχονται αλεπάλληλα, και ταχύτερον λησμονούνται. Ούτω και όσα αντκείμενα βλέπομεν διατρέχοντες δια σιδηροδρόμου ευρείας πεδιάδας: τα απέχοντα οικήματα ή δέντρα μας παρακολουθούν επί πολύ, ενώ τα πλησιέστερα μόλις τα διακρίνομεν φεύγοντα βιαίως προς τα οπίσω.

Εν γένει, ο βίος ομοιάζει δια σιδηροδρόμου, ότε καθήμεθα έχοντες τα νώτα προς την μηχανήν. Βλέπομεν τα όρη, τους ανθρώπους. Είτε βραδέως, είτε ταχέως, τα πάντα μένουν οπίσω, καθόσον ημείς προχωρούμεν.

Διατηρούμεν κατά το μάλλον ή ήττον συγκεχυμένας τας εντυπώσεις των και γνωρίζομεν εν συνόλω πόσον δρόμον διηνύσαμεν, πόσην απόστασιν διετρέξαμεν. Αλλά δεν βλέπομεν τα προ ημών, δεν γνωρίζομεν οποία προσκόμματα, οποίους κινδύνους ενδέχεται να εύρη αίφνης η αμαξοστοιχία, ούτε αν πώς θα φθάσωμεν εις το τέρμα.

Και φερόμεθα εν τούτοις προς τα εμπρός με τα νώτα εστραμμένα προς το άδηλον τούτο τέρμα. 

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Οδυσσέας Ελύτης: Δώρο Ασημένιο Ποίημα

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας

Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο

Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Το μοιρολόι του Μακρυγιάννη

Τον Σεπτέμβριο του 1826, ο Ρουμελιώτης στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης μετά του Γκούρα επολιορκούντο στην Ακρόπολη των Αθηνών από τους οθωμανούς. Περισσότερο γνωστός ως ιστορικός συγγραφέας ο Μακρυγιάννης – όπως μας τον αποκάλυψε ο Γ. Βλαχογιάννης, με την έκδοση των «Απομνημονευμάτων» του – καίτοι τραχύς, έψαλλε πολύ ωραία τα δημοτικά άσματα, καλλίφωνος ων, ενώ πολλάκις αυτοσχεδίαζε, φέρνοντας το δημοτικό τραγούδι κοντά στο γεγονός που ήθελε να υμνήσει, καθιστώντας το έτσι εργαλείο της ιστορίας. Ένα τέτοιο δικό του μοιρολόι, λοιπόν, ήταν και αυτό που έψαλλε στο Σερπεντζέ, στην θέση που υπεράσπιζε. Εκάλεσε σε δείπνο τον Γκούρα και τους άλλους οπλαρχηγούς. Ο Γκούρας κι ο Παπακώστας τον παρακάλεσαν να τραγουδήσει, γιατί είχε καιρό να το κάμει. Και ο Μακρυγιάννης το έκαμε, συνοδευόμενος, ίσως από τον ταμπουρά του, την πανάρχαια πανδουρίδα του Πυθαγόρα. Είπε τότε το εξής αυτοσχεδιαστικό – δικό του δηλαδή – μοιρολόι:

Ο Ήλιος εβασίλεψε (Έλληνα μου, βασίλεψε) και το φεγγάρι εχάθη
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι ανδρών τα μοιργιολόγια,
γι’ αυτά τα ηρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ’ στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγαινε στον Άδη τα καημένα».
Ο Γκούρας αναστέναξε και του λέει:
- Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμη ο Θεός, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγη.
- Είχα κέφι, του είπε ο Μακρυγιάννης, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ο παππούς μου, Βυζάντιος Περικλής


O παππούς μου, ο Xρίστος Bυζάντιος, ήρθε πλουσιόπαιδο απ’ την Πόλη και πολέμησε μαζί με τον Φαβιέρο.
Αυτός, όπως όλοι οι αξιωματικοί του Ναπολέοντος, ήταν έξαλλο παλικάρι, κι έτσι, όταν ανέλαβε να τροφοδοτήσει την Ακρόπολη, στενά πολιορκημένη από τους Τούρκους, ξεκίνησε από το στρατόπεδο του Φαλήρου με τρακόσιους δικούς του (φυσικά πρώτος πρώτος μαζί κι ο παππούς), που τους φόρτωσε από ένα σάκο μπαρούτι στην πλάτη, κι έτσι, αν έπαιρνε ο ένας φωτιά, θα καίγονταν όλοι, ενώ από την Ακρόπολη ο Μακρυγιάννης και οι άλλοι παρακολουθούσαν την τρελή αυτή πορεία. Όταν έφτασε στον κλοιό των Tούρκων γύρω από την Aκρόπολη, όχι μόνο δεν προσπάθησε να περάσει όσο γινόταν απαρατήρητος, αλλά του πέρασε η εξωφρενική ιδέα να αιφνιδιάσει και να διασπάσει τους Tούρκους. Φώναξε: «Eμπρός, μαρς», για να χτυπήσει το τύμπανο, και τράβηξε πρώτος μπροστά, παρασύροντας όλους σ’ έναν ξέφρενο ενθουσιασμό. Oι Tούρκοι αιφνιδιάστηκαν, τα χάσανε, και... πέρασε.
Όταν ελευθερώθηκε η μικρή Eλλάς, ο Xρίστος Bυζάντιος ήταν ασφαλώς ο πιο μορφωμένος νέος αξιωματικός του Kράτους. Eίχε τελειώσει στην Πόλη τη Mεγάλη του Γένους Σχολή και μιλούσε και έγραφε καταπληκτικά τη γαλλική γλώσσα. Όταν θέλησε να συγγράψει τη μεγάλη Iστορία του Nαπολέοντος, έγραψε στον Θιέρσο, που ήταν εξαιρετικά σκληρός άνθρωπος (τον κατηγορούσαν, άλλωστε, ότι κατέστειλε με απάνθρωπο τρόπο τη γαλλική Kομούνα, τουφεκίζοντας αδιακρίτως χιλιάδες ανθρώπους) ―ο Bυζάντιος λοιπόν του έγραψε και του ζήτησε να του επιτρέψει να πάρει από τη μεγάλη του Iστορία της Γαλλικής Eπαναστάσεως και να χρησιμοποιήσει στη δική του Iστορία ό,τι αφορούσε τον Nαπολέοντα. Kαι ο Θιέρσος όχι μονάχα του έδωσε την άδεια, αλλά του απάντησε ότι είναι και υπερήφανος επειδή ένας τόσο εκλεκτός Έλληνας αξιωματικός του κάνει την τιμή να καταγίνει με το έργο του! Φανταστείτε σε τι θαυμάσια γαλλικά θα έγραψε αυτό το γράμμα, ώστε να πείσει τον Θιέρσο να του παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα.
H ειρηνική δράση του Xρίστου Bυζάντιου ήταν τεράστια. Eξέδωσε την Iστορία του Tακτικού Στρατού, που όχι μονάχα είναι τελείως αντικειμενική, γιατί κάνει κριτική ακόμη και του Φαβιέρου, αλλά έχει μέσα και τέλειους και ακριβείς χάρτες.
Tο μεγάλο έργο του ήταν το Mετοχικό Tαμείο Στρατού. Oι αγωνιστές του ’21 πέθαιναν της πείνας, πολλοί ζητούσαν ελεημοσύνη, και το φτωχότατο ελληνικό κράτος, και ο ίδιος ο Όθων, δεν ήταν σε θέση να τους αναλάβει, γι’ αυτό κι εκείνος αποφάσισε να αγωνιστεί ώστε να τους εξασφαλίσει μια βοήθεια.
Στα τεύχη της εφημερίδας που έβγαζε, καθώς και σε διάφορες άλλες μελέτες, φαίνεται με πόση ορμητική δύναμη κατόρθωσε να οργανώσει το Mετοχικό Tαμείο, τόσο τέλεια, ώστε είχε σκεφτεί ότι θα γινόταν μια μέρα και Τράπεζα, πράγμα που έγινε προ ολίγων ετών. Όταν μάλιστα κατόρθωσε να συνταχθεί ο νόμος για την ίδρυσή του, που με αγωνία την περίμεναν τόσοι δυστυχισμένοι άνθρωποι, ο υπουργός Σπυρομήλιος, που τον υπέγραψε, τον συνεχάρη μπροστά σε όλους και είπε: «Λοχαγέ Bυζάντιε, το Mετοχικό Tαμείο Στρατού είναι έργο των χειρών σου!»
Eν τω μεταξύ, δημοσίεψε αναρίθμητες μελέτες και στρατιωτικούς κανονισμούς, εξέδιδε και στρατιωτική εφημερίδα, όπως είπαμε παραπάνω, χωρίς να λογαριάζει τη θέση του ως αξιωματικού, δίδασκε και στη Σχολή των Eυελπίδων Στρατιωτικό Δίκαιο. Γιατί αυτός ο άνθρωπος ήξερε τα πάντα και μελετούσε διαρκώς.
Tο μίσος όμως κατά των Tούρκων και η μανία να τους πολεμήσει εκ παρατάξεως δεν του έφευγε από την ψυχή του• το 1866 σχημάτισε ένα σώμα με οκτακόσιους άνδρες, νέους αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων ήταν βέβαια ο πατέρας, καθώς και ο μετέπειτα ήρως του Bελεστίνου K. Σμολένσκης. Ήταν τόση η βία του και η ανυπομονησία του να πάει να πολεμήσει, ώστε έκανε τα ίδια σφάλματα για τα οποία επέκρινε τον Φαβιέρο• και δεν αρκέστηκε να πάρει τυμπανιστές μαζί του, σχημάτισε και στρατιωτική μουσική. Ήταν βέβαιος πως οι Kρητικοί θα δεχτούν να τους οργανώσει και να πολεμήσουν τον Tούρκο εκ παρατάξεως.
Oι Kρητικοί όμως, ευθύς εξαρχής, δεν είδαν το σώμα αυτό με καλό μάτι. Ήταν βέβαιοι πως θα τα κατάφερναν πολύ καλά μόνοι τους, πολεμώντας ταμπουρωμένοι ώστε να αποφεύγουν το τουρκικό ιππικό, που ο Bυζάντιος ήθελε να το αντιμετωπίσει με πολεμικά τετράγωνα, και δεν εβοήθησαν διόλου στη μεγάλη επίθεση. Έτσι το σώμα του διελύθη. Tότε ο Bυζάντιος, σε ηλικία 66 ετών, τους παράτησε όλους, ανέβηκε στ’ άλογο του και παρασύροντας όσους Kρητικούς καβαλαραίους έβρισκε στο δρόμο, ανέβηκε στο Λασίθι, για να πολεμήσει, έστω και μονάχος του, το τουρκικό ιππικό. Προχωρούσε τραβώντας το σπαθί του και φωνάζοντας: «Aς λάμψει το σπαθί του ’21!» Ήταν ανεξήγητο θαύμα πώς δε σκοτώθηκε στη μάχη, όπως ήθελε. Ίσως επειδή είχε μαζί του τους Kρητικούς που είχε παρασύρει, και αυτοί τον έσωσαν.
Γύρισε τιμημένος στην Aθήνα, απόστρατος πια συνταγματάρχης, αλλά το Kράτος του ανέθεσε να συγκροτήσει στρατιωτικά τη φοιτητική νεολαία και του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του Φαλαγγάρχου Aθηνών. Ήταν τέτοια η ακτινοβολία του, ώστε ο πρώτος εθελοντής που ετέθη υπό τας διαταγάς του ήταν ο μέλλων Πρωθυπουργός της Eλλάδος Xαρίλαος Tρικούπης. Eργάστηκε σκληρά και αποδοτικά και γι’ αυτό το σκοπό, ενώ δεν έπαυε να γράφει συνεχώς πονήματα στρατιωτικά και συγχρόνως να εκδίδει την εφημερίδα του.
Όμως το πάθος του για τον πόλεμο εναντίον των Tούρκων δε σταμάτησε εδώ. Όταν η Σερβία επαναστάτησε κατά της Tουρκικής Aυτοκρατορίας, ο Bυζάντιος, σε ηλικία 76 ετών, ξεκίνησε και πήγε στη Σερβία να συντελέσει όπως μπορούσε στην καταστροφή των Tούρκων. Έκαμε σχέδια δικά του, που αυτή τη φορά ήταν πολύ επιτυχημένα, όπως τα έκριναν αργότερα Σέρβοι κριτικοί, αλλά το Σερβικό Eπιτελείο είχε δικά του σχέδια και, δικαίως, δεν ήθελε να εφαρμόσει σχέδιο ξένου στρατιωτικού. O Bυζάντιος διαπληκτίσθηκε άσχημα μαζί τους, σε σημείο που γύρισε άρρωστος από τη Σερβία και σε λίγο πέθανε.
Bέβαια, όλα τα λεξικά αναφέρουν περιληπτικά την απίθανη δράση του. Mένει όμως ένα μεγάλο ερώτημα: Πώς αυτός ο καλογεννημένος και τόσο μορφωμένος άνθρωπος, ενώ είχε όλες τις τιμές και πρόσφερε τόσες υπηρεσίες με τη μόρφωσή του, τα άφησε όλα προκειμένου να πολεμήσει τον Tούρκο κατάφατσα, με το σπαθί στο χέρι; Σε μια από τις πολλές εκδόσεις των απομνημονευμάτων του, ο Πρωτοψάλτης, ο Διευθυντής των Aρχείων του Kράτους, γράφει ότι ένας Tούρκος του είχε δώσει κάποτε ένα χαστούκι. Mπορεί να ευσταθεί αυτό• οι Tούρκοι που ήξεραν καλά πως οι Έλληνες μια μέρα θα ξεσηκωθούν, μεταχειρίζονταν δημοσία κάθε τρόπο για να τους εξευτελίζουν και να τους θυμίζουν ότι είναι ραγιάδες.
Tα γράφω όλ’ αυτά, γιατί πολύ μικρός, θυμάμαι, κάτω από τ’ άρματά του που ήταν κρεμασμένα σε μια μεγάλη πράσινη καρδιά στον τοίχο, συχνά, μαζί με τους νέους αξιωματικούς που είχαν πάει στην Kρήτη με το σώμα του, έρχονταν και γέροι Kρητικοί με άσπρες μουστάκες, βράκες, μπότες πέτσινες και πελώρια μαχαίρια, και πίναν ένα ποτήρι κρασί στη μνήμη και στην παλικαριά του Kαπετάν Xρίστου.
Eκείνο που κάνει εντύπωση είναι πώς ο Xρίστος Bυζάντιος δε φρόντισε να σπουδάσει καλύτερα το γιο του. O πατέρας μου, όπως και όλοι οι ανώτατοι τότε αξιωματικοί, δεν ήξερε καμιά ξένη γλώσσα. Ήταν αφάνταστη γενικά η διαφορά μορφώσεως ανάμεσα στον παππού μου και στον πατέρα μου, καθώς και σε όλους τους άλλους συναδέλφους του. Aλλά πού να τον σπούδαζε; O παππούς σπούδασε σε μια πόλη πεντακοσίων χιλιάδων Eλλήνων και στη Mεγάλη του Γένους Σχολή. O πατέρας μου και οι συνομήλικοί του πήγαν, με απολυτήριο Σχολαρχείου, για εφτά χρόνια στη Στρατιωτική Σχολή μιας κωμοπόλεως όπως ήταν τότε η Aθήνα. Eκείνο που προσπαθούσε ήταν να μη φανεί ανάξιος γιος του πατέρα του, και αυτό του το αναγνώριζαν όλοι, γιατί ήτανε τυπικότατος στο στρατιωτικό του επάγγελμα και είχε ένα έμφυτο χιούμορ και καλοσύνη, που τον έκαναν σεβαστό και αγαπητό παντού».



Πηγή: O παππούς μου, Βυζάντιος Περικλής (Περικλής Βυζάντιος, Η ζωή ενός ζωγράφου. Αυτοβιογραφικές σημειώσεις, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994)
Σημ. Η εικόνα είναι Αυτοπροσωπογραφία του Περικλή Βυζαντίου, έργο του 1971. Περισσότερα Περικλής Βυζάντιος και εδώ, ΥΠΠΟ

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Τα Χριστούγεννα από τον Παπαδιαμάντη

Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπρότατη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ γλυκύτατη καὶ συγκινητικωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς οἰκογενειακὴ κατ’ ἐξοχὴν ἑορτή.
Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν ἀνεπτύχθησαν καὶ διετυπώθησαν ὄντως, ὥστε προσέλαβεν ἰδιόρρυθμον τίνα τύπον, καὶ ἤθη, ἔθιμα καὶ παραδόσεις ἰδιαίτεραι πρὸς αὐτὴν συνεκροτήθησαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀντεπέδρασαν.
Ὁλόκληρον φιλολογίαν ἀποτελούσι τὰ λεγόμενα Contes de Noel, τὰ Χριστουγεννιάτικα δήλ. παραμύθια, ὧν τίνα ἐξόχων συγγραφέων ἔργα εἶναι ὡραιότατα, βιβλιοθήκην δὲ ὁλόκληρον δύνανται νὰ γεμίσωσι τὰ κατ' ἔτος ἐκδιδόμενα Christmas Numbers, τὰ ἔκτακτα δήλ. φυλλάδια τῶν εἰκονογραφημένων περιοδικῶν τὰ δημοσιευόμενα ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων, μετὰ καλῶν εἰκόνων καὶ ποικιλωτάτης τερπνῆς ὓλης.
Οὐδὲν δὲ ἄπορον ἂν ἐν τῇ Δύσει ἰδίως ἀνεπτύχθη ἡ ἑορτὴ αὔτη, διότι ἐκ τῆς Δύσεως ἔχει ἂν ὄχι τὴν ἀρχήν, τουλάχιστον τὴν τάξιν καὶ τὴν σύστασιν.
Γνωστὸν ὅτι πρῶτος ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «ἐλθόντων τινῶν ἀπὸ τῆς Δύσεως καὶ ἀπαγγειλάντων», ἐκανόνισε τὴν ἑορτὴν ταύτην ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ὄτε, κατ’ αὐτὸν τὸν μήνα Δεκέμβριον τῇ ιε', ἐχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὰ τέλη τοῦ δ' αἰῶνος.
Διότι, φαίνεται, ἕως τότε ἐπεκράτει σύγχυσις, καὶ ἐωρτάζετο μὲν κατὰ τόπους ἡ Χριστοῦ Γέννησις, ἀλλ’ ἐτέλουν τὴν ἑορτὴν ἄλλοι ἄλλοτε καὶ δὲν συνεφώνουν περὶ τῆς ἡμέρας. Ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία εἶχεν ὁρίσει ἀπ’ ἀρχῆς τὴν κε' τοῦ Δεκεμβρίου καὶ τὴν ἡμέραν ταύτην ἔταξεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
Οὒχ ἧττον ὅμως ἡ Χριστοῦ Γέννησις ἐτιμάτο ἔκπαλαι ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, οἱ μέγιστοι δὲ τῶν Πατέρων, οἵτινες ἔζησαν κατὰ τὴν Δ' ἑκατονταετηρίδα, τὸν χρυσοῦν ἐκεῖνον αἰώνα τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὧν πολλοὶ εἶναι κατὰ τί ἀρχαιότεροί του Χρυσορρήμονος διδασκάλου, συνέθεσαν πανηγυρικοὺς καὶ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους πρὸς τιμὴν τῆς ἡμέρας. Τὸ δημοτικώτατον ἐκεῖνο ᾄσμα, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε», εἶναι κατὰ λέξιν ἠρανισμένον ἐκ τοῦ πανηγυρικοῦ του ἱεροῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, τοῦ καὶ Θεολόγου ἐπικαλουμένου. Ἐκ πανηγυρικοῦ λόγου ἐλήφθη ἐπίσης καὶ τὸ ἐξαποστειλάριον τῆς ἑορτῆς. «Ἐπεσκέψατο ἠμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἠμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν...» Ἡ τελευταία αὐτὴ φράσις, ἔχει τὸ προνόμιον, ὡς ἤκουσα, νὰ ἐμπνέη μέγαν ἐνθουσιασμὸν εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας μὲν περὶ τὴν γλώσσαν, Ἕλληνας δὲ τὴν καρδίαν καὶ τὸ φρόνημα ἀδελφοὺς ἠμῶν τῆς Καισαρείας καὶ Καππαδοκίας, εὐλόγως καυχωμένους καὶ λέγοντας ὅτι «ἐξ Ἀνατολῆς τὸ φῶς».
Ἐπειδὴ δὲ περὶ πανηγύρεων καὶ ἐγκωμίων ὁ λόγος, δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τοὺς προσφιλεῖς μοὶ ἀσματογράφους, καὶ νὰ μὴ ἀποτείνω τὸν φόρον τοῦ θαυμασμοῦ μου εἰς πάντας μὲν τοὺς ποιητᾶς τῶν διαφόρων τῆς ἑορτῆς ὕμνων, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τοὺς συνθέτας τῶν δυὸ αὐτῆς Κανόνων, τὸν ἱερόν, λέγω, Κοσμᾶν, ποιητὴν τοῦ ἀ’ Κανόνος, οὐ ἡ ἀρχὴ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», καὶ τὸν πολὺν Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν, ποιητὴν τοῦ β' Κανόνος, οὐ ἡ ἀρχὴ «Ἔσωσε λαόν...». Ὁ β' οὗτος Κανών, συγκείμενος ὅλος ἐκ δωδεκασυλλάβων ἰαμβικῶν στίχων (καθότι τὸ μέλος δὲν ἐπιτρέπει τρίβραχυν οὐδ’ ἀνάπαιστον ἐν οὐδεμίᾳ τῶν διποδιῶν χώρα), ἔχει ὡς ἀκροστιχίδα τὸ ἤρωοελεγειον τοῦτο ἐπίγραμμα:
Ἐνείπης μελέεσσιν ἐφύμνια ταῦτα λιγαίνει
Υἵα Θεοῦ, μερόπων εἵνεκα τικτόμενον
Ἐν χθονί, καὶ λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου
Ἀλλ’ ἀνά, ῥητήρας ῥύεο τῶνδε πόνων.
Ἕν μόνον ᾆσμα θὰ παραθέσω ἐκ τοῦ ἰαμβικοὺ τούτου Κανόνος ὡς δεῖγμα τοῦ ὅλου: Λύμην φυγοῦσα τοῦ θεούσθαι τῇ πλάνῃ, Ἄλητον ὑμνεῖ τὸν κενούμενον Λόγον Νεανικῶς ἅπασα σὺν τρόμῳ κτίσις, Ἄδοξον εὖχος δειματουμένη φέρειν,
Ῥευστὴ γεγώσα, κἀν σοφὼς ἐκαρτὲρει.

Καὶ ἐκ τοῦ πρώτου Κανόνος παραθέτω ἐπίσης τρία κατὰ σειρὰν τροπάρια της η’ ᾠδῆς. Καὶ τὰ τρία ἀναφέρονται εἰς τὴν προσκύνησιν τῶν Μάγων, ἀλλ’ ἐν μὲν τῷ α' καὶ γ' εὐφυῶς ἀντιπαραβάλλεται αὔτη πρὸς τὴν αἰχμαλωσίαν Βαβυλῶνος, ἐν δὲ τῷ β' γίνεται εὔγλωττος ὑπαινιγμὸς εἰς τὸν ψαλμὸν «Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν...». Τὰ τρία τροπάρια ἔχουσιν ὡς ἑξῆς :
Ἕλκει Βαβυλῶνος ἡ θυγάτηρ παῖδας δορικτήτους Δαυΐδ, ἐκ Σιὼν ἐν αὐτῇ, δωροφόρους πέμπει δὲ μάγους παῖδας, τήν του Δαυΐδ θεοδόχον θυγατέρα λιτανεύσοντας, διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν, εὐλογεῖται ἡ κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον, καὶ ὑπερυψούτω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Ὄργανα παρέκλινε τὸ πένθος ᾠδῆς, οὐ γὰρ ᾖδον ἐν νόθοις οἱ παῖδες Σιών. Βαβυλῶνος, λύει δὲ πλάνην πᾶσαν καὶ μουσικῶν ἁρμονίαν, Βηθλεὲμ ἐξανατείλας Χριστός, δι’ ὁ ἀνυμνοῦντες, κτλ.
Σκύλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιὼν καὶ δορίκτητον ὄλβον ἐδέξατο, θησαυροὺς Χριστὸς ἐκ Σιὼν δὲ ταύτης καὶ βασιλεῖς, σὺν ἀστέρι ὁδηγῷ ἀστροπολούντας ἕλκει, κτλ.κτλ.
Καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν καὶ κατὰ τὴν γλώσσαν τὰ ἀνωτέρω παρατεθέντα ἀποσπάσματα, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων λεκτικῶν καλλιτεχνημάτων πάσης ἐποχῆς, καὶ τὸ λέγω χάριν ἐκείνων ἐκ τῶν ἡμετέρων, ὅσοι ἐκ προκαταλήψεως νομίζουσιν ὅτι δὲν ἐγράφοντο Ἑλληνικά, κατὰ τὸν Ζ' καὶ Η' αἰώνα, ὑποθέτοντες καλοκαγάθως, ὅτι τὰ παρ’ ἠμῶν τῶν σημερινῶν γραφόμενα εἶναι Ἑλληνικά, καὶ ὅτι θ’ ἀναγνωσθώσι ποτὲ ὡς Ἑλληνικὰ ὑπὸ τῶν ἐπιγιγνομένων.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ

Κείμενα Χριστουγέννων


Τί σοὶ προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι᾿ ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον· οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα· οἱ Μάγοι τὰ δῶρα· οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα· ἡ γῆ τὸ σπήλαιον· ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον. Ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.
(Ἰδιόμελον Χριστουγέννων, Ἦχος β´.)

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Μανόλη Αναγνωστάκη, Επιτύμβιον

Επιτύμβιον

Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Tριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι
αντιπροέδρων,
Eφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που
προσέφερες.

A, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Tί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Kοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθώ την ησυχία σου να ταράξω.
(Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)
Kοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θά 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

(από το "Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο", Αθήνα, Eρμής 2000. Επίσης στο βιβλίο: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γ΄Λυκείου, μάθημα γενικής Παιδείας.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 και πέθανε το 2005.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Κωνσταντίνος Καβάφης και τα Μάρμαρα του Παρθενώνα


[Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γράφει και σχολιάζει το ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα, των λεγόμενων «Ελγινείων Μαρμάρων». Το σκίτσο είναι έργο φιλοτεχνημένο από τον Παναγιώτη Τέτση].

«ΤΑ ΕΛΓΙΝΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ»
«Σπουδαίον περιοδικόν της Αγγλίας, «Ο 19ος Αιών», δημοσίευσε την 1ην Μαρτίου άρθρον γραφόμενον «Ο Αστεϊσμός περί των Ελγινείων μαρμάρων».
Οι φιλόμουσοι και φιλάρχαιοι αναγνώσται θα ενθυμώνται το κίνημα όπερ εγένετο τελευταίως εν Αγγλία ίνα αποδοθώσιν εις την Ελλάδα αι αρχαιότητες ας προ 80 ετών ο λόρδος Έλγιν, πρέσβυς της Αγγλίας παρά την Υ.Πύλη, ήπαρσεν - ίνα τας προφυλάξη δήθεν - εκ της Ακροπόλεως.
Ο λόγιος κ. Φρειδερίκος Χάρισσον θερμώς υποστήριξε το κίνημα , έγραψε δε εν τω «19ω Αιώνι» το περίφημόν του άρθρον «Απόδοτε τα Ελγίνεια Μάρμαρα».
Την απάντησιν εις το άρθρον αυτό γράφει ο Διευθυντής του περιοδικού, ισχυριζόμενος ότι ο κ. Χάρισσον πραγματευθείς περί της επιστροφής των Ελγινείων μαρμάρων ηστεϊζετο απλώς, και κατέγινε περί το δοκιμάσαι την διορατικότητα του πνεύματος των συμπολιτών του - εάν τάχα θα ήναι αρκετά έξυπνοι να εννοήσουν την ειρωνείαν του. Άλλως ηθέλησεν επίσης να περιπαίξη την συνήθειαν διαφόρων συγχρόνων ρητόρων οίτινες επινοούσι θέματα της ευφράδειας των, ζητούσι να αποδείξωσι παραδοξολογίας και χιμαίρας.
Ούτω κρίνει ο κ. Τζαίμης Νώουλς , διευθυντής του περιοδικού «Ο 19ος Αιών». Μοι φαίνεται όμως ότι ο παραδοξολογών είναι μάλλον αυτός ή ο κ. Χάρισσον.
Το άρθρον του ουδέ λογικόν είναι, ουδέ γενναίον. Είναι τόσον ξηρόν κατά το ύφος, έχει τοιαύτην πληθώραν πτωχής ή μάλλον, ανόστου ειρωνείας ,ώστε πιστεύω ότι μόνον οι Έλληνες, τους οποίους αφορά αμέσως το ζήτημα, θα έχωσι την υπομονήν να το αναγνώσωσιν ίνα σωθώσιν αι αμαρτίαι των.

Εν τη εξάψει του ο κ. Νώουλς τι δεν λέγει!

Εκθειάζει του Έλγιν την αρπαγήν. Μυκτηρίζει τον Βύρωνα. Σχετίζει την ευτελή υπεξαίρεσιν των μαρμάρων, προς τα ένδοξα τρόπαια του Νέλσωνος. Φρονεί ότι εάν επιστραφώσιν αι αρχαιότητες αύται, πρέπει ν'αποδοθώσιν επίσης η Γιβραλτάρη, η Μελίτη, η Κύπρος, η Ινδική - λησμονών ότι η κατοχή των χωρών εκείνων λογίζεται αναγκαία εις το Αγγλικόν κράτους, ενώ τα Ελγίνεια μάρμαρα εις ουδέν χρησιμεύουσιν άλλο ή εις τον ωραϊσμόν και πλουτισμόν του και άνευ αυτών ωραιοτάτου και πλουσιωτάτου Βρεττανικού Μουσείου. Ψέγει του κ. Χάρισσον την ορθοτάτην παρατήρησιν, ότι το κλίμα του Λονδίνου φθείρει τας γλυφάς των μαρμάρων και εκφράζει τον φόβον μη εάν μετακομισθώσιν εις Αθήνας καταστραφώσιν εν ενδεχόμενη αναφλέξει του Ανατολικού ζητήματος - λησμονών ότι ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να διορθώνη το ενέστος κακόν πριν φροντίσει περί του μέλλοντος.
Δεν φαίνεται να δίδη πολλήν σπουδαιότητα εις τα δικαιώματα άτινα έχει των μαρμάρων «ο αναμεμιγμένος μικρός πληθυσμός όστις σήμερον κατοικεί επί των ερειπίων της Αρχαίας Ελλάδος» και υποθέτω ευρίσκει τα δικαιώματα του λόρδου Έλγιν και εαυτού μεγαλείτερα. Παρατηρεί ότι, αν ηκολουθείτο η συμβουλή του κ. Χάρισσον και απεδίδοντο αι περί ου ο λόγος αρχαιότητες εις την Ελλάδα, τις οίδεν εάν καμμία εκ των ολιγοβιών κυβερνήσεών της δεν θα τας επώλει αντί εκατομμυρίου λίρες στερλίνες εις την Γερμανίαν, ή αντί δύο εις την Αμερικήν ή χειρότερα, εάν δεν θα τας επώλει λιανικώς, εις ένα έκαστον ολίγας.
Ταύτα είναι ύβρις αδικαιολόγητος και εμφαίνουσα πολλήν ελαφρότητα εις την οποίαν η αρμόζουσα απάντησις θα ήτο - Είμεθα Κύριοι να διαθέσωμεν ως θέλομεν τα ημέτερα.
Αλλ' ας διαφωτισθή η άγνοια του ανδρός και ας μάθη ότι μέχρι τούδε αι ελληνικαί κυβερνήσεις, ολιγόβιοι ή μακρόβιοι, επεδείξαντο πολλήν ευλάβειαν και φροντίδα προς τα αρχαία μνημεία, ότι διάφορα μουσεία συνεστάθηκαν εν Ελλάδι, ων η διοίκησις είναι αξιόλογος και ότι εν Αθήναις τα Ελγίνεια μάρμαρα θα τυχώσει της αυτής πίστης διαφυλάξεως και περιποιήσεως οίας και εν Αγγλία. Είναι δε νόστιμος ο κ. Νώουλς όταν μας αφίνει να ίδωμεν και την χρημαιτικήν άποψιν της υποθέσεως. Εις εν μέρος του άρθρου του λέγει, ότι η σημερινή αξία των μαρμάρων υπολογίζεται εις εκατομμύρια, και εις άλλο πάλιν μέρος ομολογεί, ότι δια να τα αποκτήση ο λόρδος Έλγιν εξώδευσε 14.000 λίρες. Τι καλή δουλειά!
Δεν αναγράφω περισσότερας εκ των παρατηρήσεως του κ. Νώουλς. Είναι της αυτής ποιότητος και αι επίλοποι. Εξ άλλου δεν νομίζω πρέπον να τον θεωρήση τις υπεύθυνον δι' όλα όσα γράφει. Ο ανήρ εις άλλας περιστάσεις απέδεξεν ότι δεν αμοιρεί παιδείας, ορθής κρίσεως, και άλλων φιλολογικών προσόντων. Όθεν τείνω να πιστεύσω ότι πρέπει να αποδοθή το άτακτον της συνθέσεως και των κρίσεών του περί των Ελγινειών μαρμάρων εις την πνευματικήν σύγχυσιν ην τω επήνεγκεν η σκέψις ότι αι πολύτιμοι αύται αρχαιότητες - οι περικαλλείς αδάμαντες της Αττικής - ηδύναντο να ξεφύγουν από το Βλούμσβουρύ του. Το' μισολέγει ο ίδιος μετά βουκολικής απλότητος εν μια περίοδω του άρθρου του - Τι ιδέα (δεν ενθυμούμαι αν ήναι ακριβώς αυταί αι λέξεις του) ενώ έχωμεν τας ωραίας αυτάς αρχαιότητας εδώ και ειμπορεί ο λαός μας να πηγαίνη να τας θαυμάζη όποτε θέλει, τι ιδέα να τας στείλωμεν εις την άλλην άκρην της Ευρώπης!

Εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου, τη 27 Μαρτίου 1891

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

«Νεώτερα περί των Ελγινείων μαρμάρων»
Ο θάνατος των πολιτικών ή διεθνών ζητημάτων είναι η λήθη. Ευτυχώς το ζήτημα περί αποδόσεως των Ελγινείων μαρμάρων εις την Ελλάδα δεν πέπρωται ακόμη να λησμονηθή. Πολύ δε συντείνει εις την αναζωπύρωσιν του ζητήματος η διάστασις εις την οποίαν ήλθαν επ' αυτού δύο διακεκριμένοι λόγιοι ΄Αγγλοι ο κ. Φρειδερίκος Χάρισον και ο Τζαίημς Νώουλς διευθυντής του περιοδικού ο «19ος αιών».

Εν τω Λονδινείω περιοδικώ «η Δεκαπενθήμερος Επιθεώρησιν» ο Χάρισον απήντησεν εις τας κατακρίσεις τας εκτοξευθείσας κατ' αυτού υπό του «19ου αιώνος».
Δεν θα αναγράψω όλα τα επιχειρήματα δι' ων ο κ. Χάρισον υποστηρίζει την θεωρίαν του περί αποδόσεως των μαρμάρων. Εν άρθρω καταχωρησθέντι εν τη «Εθνική» της 30ης Μαρτίου κατέδειξα ήδη την ελαφρότητα των ισχυρισμών του κ. Νώουλς. Θέλω μόνον μεταφράση επεξηγήσεις τινάς ας δίδει ο κ. Χάρισον εν τω νέω του άρθρω.
Λέγει ρητώς ότι δεν καταδικάζει απολύτως τον λόρδον Ελγιν τον υπεξαιρέσαντα τας περί ου ο λόγος αρχαιότητας, εκθέτει όμως 4 λόγους δι ων αποδεικνύεται ότι η κατοχή των μαρμάρων υπό τε του λόρδου Έλγιν πρώτον, και του αγγλικού έθνους δεύτερον, αντίκειται εις τας αρχάς του δικαίου.
«α' Ο λόρδος Έλγιν απέκτησε τα μάρμαρα του Παρθενώνος ουχί από τους Έλληνας, αλλά από τους δυνάστας αυτών Τούρκους.
β' οι Έλληνες εναντιώθησαν καθ' όσον τοις ήτο δυνατόν εις την μετακόμισιν αυτών, και ουδέποτε έπραξάν τι προς βλάβην των.
γ' Οι άνθρωποι του λόρδου Έλγιν αφήρεσαν ό,τι ήθελαν άνευ της ελαχίστης μερίμνης δια το μνημείον όπερ απεγύμνωσαν.
δ' Το βρεταννικόν έθνος απέκτησε τα Ελληνικά μάρμαρα αντί ποσού μηδαμινού». Αλλως παραδέχεται ότι ο λόρδος Έλγιν «πιθανόν εντίμως να εθεώρη ότι έσωζε δια την ανθρωπότητα τα πολύτιμα ταύτα κειμήλια».

Εις εκ των κυρίων ισχυρισμών των εναντιουμένων εις την απόδοσιν των Ελγινείων μαρμάρων είναι ότι δι’ αυτής η Αγγλία θα αναγνωρίση την αρχήν της αποδόσεως των κατά το μάλλον ή ήττον άνευ οριστικής ή ακριβούς νομιμότητος αποκτηθέντων και τότε πρέπει να γυμνωθώσιν αι αρχαιολογικοί συλλογαί της. Αλλά αυτή είναι η συνήθης υπεκφυγή εκείνων οίτινες θέλουσιν ευσχήμως να αποφύγωσιν την εκτέλεσιν γενναίας πράξεως. Φοβούνται τας συνεπείας. Αλλά τέλος πάντων ποίαι είναι αι συνέπειαι αύται; μη είναι υποχρεωμένος τις να φέρη όλα μέχρι υπερβολής; Είναι υποχρεωμένος τις να εξακολουθή εφαρμόζων μιαν αγαθήν αρχήν μέχρις ότου δια της καταχρήσεως καταστή μωρά; Κατά την λογική ταύτην λοιπόν δεν πρέπει ποτέ να ελεή τις πτωχόν διότι αν ήτο να ελεήση όλους τους πτωχούς του κόσμου ήθελε καταντήση χιλιάκις πτωχότερος του πτωχοτέρου; Εξ άλλου η συνέπεια αυτή της γενικής αποδόσεως δεν απορρέει εκ της αποδόσεως των Ελγινείων μαρμάρων. Ο κ. Χάρισον, προς απόδειξην τούτου, επαναλαμβάνει όσα έγραψε πέρυσι επί του αντικειμένου. Ο κ. Νώουλς, λέγει, δαπανά πολλήν εύκολον ρητορικήν αριθμών διάφορα έργα ελληνικής τέχνης κατεχόμενα υπό της Αγγλίας, και ερωτά εάν πρέπει και αυτά να επιστραφούν. «Βεβαίως όχι! Εποίησα διάκρισιν φανερωτάτην. Έγραψα τα Ελγίνεια μάρμαρα διαφέρουσιν ολοτελώς από όλα τα άλλα αγάλματα. Δεν είναι αγάλματα. Είναι τεμάχια μοναδικού μνημείου, του περιφημοτάτου εν τω κόσμω μνημείου, όπερ είναι το εθνικόν σύμβολον και το παλλάδιον γενναίου λαού και χώρος προσκυνήσεως δια την πολιτισμένην ανθρωπότητα... Εις το ελληνικόν έθνος την σήμερον τα ερείπια της Ακροπόλεως είναι πολύ σπουδαιότερα και ιερώτερα αφ' ό,τι είναι οιονδήποτε άλλο εθνικόν μνημείον εις οιονδήποτε άλλον ναόν. Είναι το εξωτερικόν και ορατόν μνημείον της εθνικής υπάρξεως και αναγεννήσεως... Δεν υπάρχει παράδειγμα εν τω κόσμ όλω ενός έθνους διατηρούντος, ουχί δια κατακτήσεως αλλά δια προσφάτου αγοράς από δυνάστην, τα εθνικά σύμβολα άλλου έθνους. Εάν ο πρέσβυς μας είχεν αγοράση από τον Βίσμαρκ, ότε οι Γερμανοί ήσαν εν Παρισίοις, τους εν Αγίω Διονυσίω τάφους των βασιλέων, τον τάφον του Ναπολέοντος... Πιστεύω ότι κάπως θα ωμιλείτο παραπάνω το πράγμα και ίσως ο κ. Νώουλς δεν θα είχεν όρεξιν να τραγουδή το «Βασίλευε Βρεττανία» επί τόνου τόσον προκλητικού.

Ιδού τι φρονεί περί της ασφαλείας ης απολαύσουσι τα Ελγίνεια μάρμαρα εν Αθήναις:

Η Ακρόπολις είναι άριστα προφυλαγμένη. Δεν είναι ολιγώτερον ασφαλής του Βρετανικού Μουσείου. «Αι Αθήναι την σήμερον είναι καλλιτεχνική σχολή όλων των εθνών, και αφ' ότου ηνεώχθη ο σιδηροδρομος Θεσσαλονίκης - Κωνσταντινουπόλεως έχουσιν όσους επισκέπτας και η Βενετία ή η Φλωρεντία. Είναι επίσης πλησίον της Ευρώπης της κειμένης προς νότον ή προς ανατολάς του Μονάχου όσον και το Λονδίνον. Η ιδέα την οποίαν φαίνεται ότι έχη ο κ. Νώουλς περί των Αθηνών ως μέρος τι απώτατον και άγριον, ομοιάζον το Βαγδάτιον όπου Αλβανοί και μεθυσμένοι ναύται κτυπώνται, όπου οι δρόμοι είναι είδος Πέττικοτ Λαίων και Ουαϊτσάπελ, και όπου κάποτε φθάνει εις μιλόρδος μετά του δραγομάνου του και των σκηνών του, πηγάζει από τα ταξείδια της ενότητός του. Ας ερωτήση κανένα όστις ήτο εκεί τελευταίως και θα απορήση να μάθη ότι αι Αθήναι είναι τώρα μια πόλις επίσης πολιτισμένη, τακτική, ανεπτυγμένη και πλήρης ευφυών επισκεπτών, όσον οιαδήποτε πόλις της Γερμανίας, Ιταλίας ή Γαλλίας. Ως κέντρον αρχαιολογικών σπουδών... αι Αθήναι είναι σχολή πολύ σπουδαιότερα του Λονδίνου».

Εις τας αυθαδείας του κ. Νώουλς περί του Ελληνικού έθνους απαντά ο κ. Χάρισον δια των εξής:

«Αναμφιβόλως οι φανατικοί φιλέλληνες εξέφρασαν ποτέ πολλάς ανοησίας, αλλ' η Ελλάς είναι τώρα ανεγνωρισμένον και ανεξάρτητον έθνος της Ευρώπης. Εάν δε την συγκρίνωμεν προς την Πορτογαλίαν, την Βραζιλίαν, ακόμη και την Τουρκίαν και την Ρωσσίαν, η ευφυία, το βάσιμον και η πρόοδός της ουδόλως είναι άξια περιφρονήσεως... Το Ελληνικό έθνος είναι νέον. Αι δυσκολίαι του είναι μεγάλαι, και η πολιτική του είναι άστατος, ως είναι η πολιτική μεγαλυτέρων εθνών άτινα έτυχον μικροτέρας πείρας. Με όλα ταύτα όμως το να προσφερθώμεθα προς το ελληνικόν έθνος ως προς άτακτα παιδιά τα οποία πρέπει να προσέχωμεν να μην κάμουν ανοησίας ή να μη χαλνούν τα πράγματα, να λέγωμεν ότι δεν δυνάμεθα να τους εμπιστευθώμεν τα ίδια των εθνικά μνημεία, να λέγωμεν ότι ήθελαν τα πωλήση εις την Αμερικήν είναι παράδειγμα βλακώδες και πρόστυχον της αυθαδείας των Τζων Μπουλ».

Εν άλλω μέρει του άρθρου του ο κ. Χάρισσον παρατηρεί μετ' ευχαριστήσεως ότι πολλοί σπουδαίοι άνδρες και σπουδαία φύλλα ενέκριναν την πρότασίν του.

«Η Σημαία» ήτο η πρώτη σπεύσασα εν κυρίω άρθρω να εγκρίνη την πρότασιν και τον άρθρον έκαμεν εντύπωσιν εν Ελλάδι... Υπήρξαν... οι υποστηρίξαντες εκάστην λέξιν μου. Αριστον άρθρον εμφορούμενον υπό του αυτού πνεύματος εφάνη εν τω Daily Graphic, και διάφορα άλλα φύλλα, εν τε Αγγλία και εν τη αλλοδαπή, ενέκριναν την έκκλησίν μου. κ. Ξάου - Λεφέβρ, εν πολυτιμω άρθρω επί της σημερινής Ελλάδος, προσετέθη εις την αυτήν πολιτικήν, και πιστεύω ότι υποστηρίζεται εν αυτή και υπό άλλων μελών της Βουλής... Δύο εντιμότατοι και σπουδαίοι πολιτικοί σύλλογοι, άνευ κομματικής αποχρώσεως απευθύνθησαν προς εμέ με τον σκοπόν να ενεργήσωμεν διάβημα τι εν τη Βουλή ή αλλαχού.

Παρά τας διαβεβαιώσεις ταύτας, δεν πιστεύω η Ελλάς να έχη πολλήν τύχην να επανίδη τας ωραίας γλυφάς του Παρθενώνος. Το κόμμα το οποίον εναντιούται εις την απόδοσιν των Ελγινείων μαρμάρων είναι πολυάριθμον. Οσοι θέτουσι τον εγωισμόν υπεράνω της γενναιότητος ανήκουσι εις το κόμμα εκείνο - οι δε τοιούτοι άνθρωποι είναι πολλοί και εν Αγγλία, ως δυστυχώς είναι πολλοί πανταχού».
Οπως και αν έχη - είτε επιτύχη ο αγών περί αποδόσεως των Ελγινείων μαρμάρων είτε αποτύχη - εις τον Φρειδερίκον Χάρισσον οφείλεται ευγνωμοσύνη και τιμή, ου μόνον εκ μέρους των Ελλήνων, αλλά και εκ μέρους πάντων των ανεπτυγμένων ανθρώπων ως ο προσήκων μισθός των θαρραλέως τα ορθά λεγόντων.
Εφ. «Εθνική», έτος Β' αριθμ. 117
Εν Αθήναις Δευτέρα 29 Απριλίου 1891
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Το ιδανικό του Νεοέλληνα

... Το κύριο χαρακτηριστικό της ιδεολογίας του ελληνικού κράτους σε όλον τον 19ο αιώνα ήταν η απόρριψη του πρόσφατου παρελθόντος της οθωμανικής κατοχής και η προσπάθεια για μεταμόρφωση της βαλκανικής και ανατολίτικης ελληνικής κοινωνίας σε δυτικοευρωπαΐκή. Η προσπάθεια αυτή είναι φανερή σε όλους τους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, π.χ. στη νομοθεσία, στα σχολικά προγράμματα, στους πολιτικούς προσανατολισμούς και τις διεθνείς σχέσεις, στη λογοτεχνία και στις καλές τέχνες.
Το ιδανικό του νεοέλληνα έγινε η μεταμόρφωσή του από ανατολίτη σε Ευρωπαίο, ο μετασχηματισμός του από χωρικό σε αστό, η "μεταφύτευσή" του από το χωριό στην πόλη, η ανέλιξη και ένταξή του στην αρχικά ολιγάριθμη τάξη των μη χειρωνακτών αστών, που συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με την άρχουσα τάξη του νεοσύστατου κράτους.
Η μέθοδος και ο τρόπος για την επίτευξη της ποθητής κοινωνικής μεταμόρφωσης ήταν η εκπαίδευση, η εγγραμματοσύνη, τα "γράμματα". Το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα ήταν ακριβώς το στοιχείο, που διαφοροποιούσε την προσανατολισμένη προς τη Δύση κοινωνία του ελληνικού κράτους από τις παραδοσιακές κοινότητες των ελληνοφώνων περιοχών, που βρίσκονταν κάτω από την τουρκική κατοχή. Για όποιον τα αποκτούσε, τα "γράμματα", του εξασφάλιζαν την ένταξή του στην αστική τάξη, μια θέση στην κρατική διοίκηση, ένα επάγγελμα στην πρωτεύουσα του νομού ή την πρωτεύουσα του κράτους, πράγματα που τον διαφοροποιούσαν ριζικά από όποιους δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. [...]

Γ. Μ. Σηφάκης, "Ανωτάτη Παιδεία. Πώς φθάσαμε στο αδιέξοδο", Οικονομικός Ταχυδρόμος, Νοέμβριος 1987

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Η Δίκη της Λαμίας


Κύριοι ένορκοι.Γνωρίζω και συμμερίζομαι την αγωνίαν σας. Συμμερίζομαι την δοκιμασίαν της ψυχής σας. Κινείσθε μέσα εις μίαν ατμόσφαιραν προκαταλήψεων και παθών. Για να διατηρήσετε τον όρκον σας, πρέπει να παλαίσετε με τον εαυτόν σας. Αλλά υπάρχει μια νίκη, η οποία είναι μεγαλυτέρα από κάθε άλλην. Είναι η νίκη εναντίον των παθών και των αδυναμιών μας, η νίκη του εαυτού μας. Και είναι η Νίκη, την οποίαν οφείλετε σήμερον να νικήσετε.
Επειδή η δίκη, η οποία διεξάγεται δεν είναι μόνον δίκη των κατηγορουμένων. Είναι δίκη Δικαιοσύνης. Είναι δίκη της Ελλάδος! [...]
Την στιγμήν κατά την οποίαν, εις την αίθουσαν της διασκέψεως, θα δίδετε την ψήφον σας δια την τύχην των κατηγορουμένων, την στιγμήν εκείνην την ιεράν, ενθυμηθείτε: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΣ ΚΡΙΝΕΙ!
Λαμία, 22 Ιουνίου 1922, Αγόρευση του Γ. Παπανδρέου στη "Δίκη της Λαμίας" (Γ. Παπανδρέου, "Κείμενα", τμ. 1ος, σσ.142-157)

Πολιτικός λόγος Ε. Βενιζέλου

Συμπολίται,
Γνωρίζετε ποια υπήρξαν τα αίτια, τα οποία προκάλεσαν την εξέγερσιν του παρελθόντος έτους, επομένως δεν έχω ανάγκην να υπομνήσω αυτά εις υμάς δια μακρών [...]
Κυβέρνησις καταναλίσκουσα το πλείστον της δραστηριότητός της ουχί εις προαγωγήν των δημοσίων συμφερόντων, αλλ' εις την ικανοποίησιν, ως επί τα πολλά αθεμίτων αξιώσεων, δι' ων διενεργείται η συναλλαγή μεταξύ εκλογέως και βουλευτού αφ' ενός, μεταξύ βουλευτού και Κυβερνήσεως αφ' ετέρου, ήτις Κυβέρνησις δια τούτο, πλην του προέδρου αυτής, απετελείτο, ως επί τα πολλά, ουχί εκ των ικανωτάτων προς εξυπηρέτησιν του δημοσίου συμφέροντος, αλλ' εκ των επιτηδειοτάτων, όπως εξυπηρετήσωσι τας ανάγκας της συναλλαγής. Αντιπολίτευσις εις ουδέν συνήθως άλλο αποβλέπουσα ή την κάλυψιν της Αρχής, χάριν της οποίας εθυσιάζετο πολλάκις πάσα άλλη αρχή και κάθε άλλο συμφέρον του Κράτους. Νόμος αποβάς ιστός αράχνης, δυνάμενος μεν να συλλαμβάνη τους ασθενεστέρους, αλλά κατασχιζόμενος θρασέως από πάντα ισχυρόν. [...]
"Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, 1909-1935", τμ.Α΄, Αθήνα, 1981, σ. 174

Για τον Κωστή Παλαμά ...

Ποιοι φιμώνουν τους ποιητές, Κ. Γεωργουσόπουλου,εφημ ΤΑ ΝΕΑ, 17/5/2007:

 .... Ό,τι καταγγέλλει ο Παλαμάς φαίνεται να έχει ταριχευτεί ως πτώμα που διαπλέει ασαβάνωτο τον ποταμό του χρόνου. Ο Παλαμάς γράφει τα αναρχικά αυτά του κείμενα όταν είναι ήδη 53 ετών, καταξιωμένος Δάσκαλος και στη συνείδηση πολλών Ποιητής του Γένους (για να μην αναφερθώ στον τετριμμένο όρο «Εθνικός Ποιητής»). Σ΄ αυτή την ηλικία έχει γράψει τα μείζονα ποιήματά του και τα λυρικά και τα επικολυρικά και τα επικά του συνθέματα. Έχει αναπτύξει όλο το εύρος της «πρωτεϊκής» του προσωπικότητας. Από τα ελεγεία του «Τάφου» στην ανοιχτωσιά της συλλογής «Τα μάτια της ψυχής μου» και από το αναρχικό «Γιούχα και πάλι γιούχα των Πατρίδων» του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» στην παπαρρηγοπούλειας έμπνευσης «Φλογέρα του Βασιλιά», όπου κόντρα στη διεθνή απαξίωση του Βυζαντίου από λόγιους και ιστορικούς αποπειράται την ιστορική ενότητα του Ελληνισμού από τον Όμηρο ώς τον Βουλγαροκτόνο!...
Περισσότερα στο άρθρο: http://www.tanea.gr/default.asppid=30&ct=19&artid=22390&enthDate=19052007

Χρωστάμε σε όσους ήρθαν, ...

Χρωστάμε
σε όσους ήρθαν,
πέρασαν,.
θα 'ρθούνε,
θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.
Κωστής Παλαμάς ...



Κάθε γενιά μας "δανείζει" και την "δανείζουμε". Ελπίδες και όνειρα για μια κάλτσα και πολλά γράμματα οδήγησαν την γενιά της δεκαετίας του '50 στην ιδεολογία της απαξίωσης,της άρνησης,της απόρριψης ή της οσφυοκαμψίας. Τι έγιναν αυτά τα παιδιά; Τι έβαλαν στο γάλα τους και στα εμβόλια που μαζικά τους έκαναν στα σχολεία και απεμπόλησαν φιλότιμο και κέφι;